Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σέβομαι
- απόδοση: αισθάνομαι σεβασμό / εκφράζω εκτίμηση & αναγνώριση για κάτι του οποίου αναγνωρίζεται η αξία & η ανωτερότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σεβάστηκε απόλυτα εαυτόν & αλλήλους
σέβεται…
λ τον εαυτό του
λ τον πελάτη του ανεξαρτήτως βαλαντίου
λ τον συνάνθρωπό του
λ τους γονείς του
λ τους πάντες ακόμη & τα μικρά παιδιά
λ τους φίλου του





