Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σείω
- απόδοση: κουνώ δυνατά / τραντάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σείει την σημαία του πολέμου απειλητικά
σείεται ο τόπος από την οχλοβοή των διαδηλωτών
σείσθηκε το σπίτι συθέμελα από την δόνηση





