Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σερφάρω
- απόδοση: αναζητώ πληροφορίες στο διαδίκτυο μετακινούμενος διαρκώς σε αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διακόπτει την εργασία του κάνοντας ολιγόλεπτο διάλειμμα σερφάροντας στο διαδίκτυο





