Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σήπομαι
- απόδοση: σαπίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επί των δένδρων σήπονται οι καρποί των κι οι καλλιεργητές φλυαρούν στα καφενεία εν πλήρει αδιαφορία
σήπονται οι νεκροί επί του πεδίου της μάχης & η διοικητική μέριμνα των νικητών κωλυσιεργεί τον ενταφιασμό αυτών





