Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκυροδετώ
- απόδοση: χρησιμοποιώ σκυρόδεμα για την κατασκευή δομικού έργου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο επιβλέπων προγραμμάτισε να σκυροδετήσει τον τρίτο όροφο εντός της τρέχουσας εβδομάδος





