Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σπεύδω
- απόδοση: ενεργώ με ταχύτητα / επιχειρώ με βιασύνη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έσπευσε…
λ να κατοπτεύσει προσεκτικά τον χώρο
λ προθύμως να συνδράμει
λ προκειμένου να απαθανατίσει το προσφερόμενο οικογενειακό στιγμιότυπο
σπεύδει…
λ εκ του πονηρού να φανεί αρεστός
λ να αντιμετωπίσει ανειλημμένες υποχρεώσεις
λ προκειμένου να προλάβει τις εξελίξεις





