Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σταδιοδρομώ
- απόδοση: ακολουθώ επαγγελματική εξέλιξη σε κάποιο τομέα / η αφιέρωση της παραγωγικής περιόδου της ζωής σε επάγγελμα & η ανέλιξη στις ανώτερες βαθμίδες αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εισήλθε στο δικαστικό σώμα το 1954 όπου & σταδιοδρόμησε ανερχόμενος σε υψηλά αξιώματα





