Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στερώ
- απόδοση: ενεργώ κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην κατέχει κάποιος τα απαραίτητα & αναγκαία / ζω με στέρηση υλικών αγαθών / αρνούμαι να προσφέρω εις εαυτόν & οικείους αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δημιουργήματα που στερούνται πολιτισμικού επιπέδου
ενεργεί κατά τρόπον που στερείται οράματος
η συναναστροφή στερείται επιπέδου
κινείται αυτοσχεδιάζοντας & στερείται προσδιορισμένου στόχου
ο λόγος του στερείται πειστικότητος
οι κινήσεις του στερούνται λογικής
οι σκέψεις του στερούνται βάθους χαρακτηριζόμενες από απλοϊκότητα
πένεται & στερείται των πάντων
στερείται νοημοσύνης
στερείται προσωπικότητος
τα εκφραζόμενα συναισθήματα στερούνται ψυχικού βάθους
το έργο του στερείται πνοής
το έργο του στερείται φαντασίας
ως άτομο στερείται δημιουργικότητας
στερείται…
λ & των ελαχίστων
λ αγωγής & καλών τρόπων
λ αρχών
λ βάθους η σκέψη του
λ βουλήσεως
λ γνώσεων
λ διασκεδάσεως
λ επιπέδου
λ ευφραδείας
λ ευφυΐας
λ ευχέρειας λόγου
λ ηθικών αξιών & αρχών
λ ιδεών
λ λέγειν
λ λεπτότητος
λ μουσικότητος
λ νοημοσύνης
λ οικονομικής ευχέρειας
λ παιδείας
λ πνευματικότητος
λ ποιότητος
λ προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την αγορά βιβλίων
λ προοπτικών
λ σοβαρότητος
λ στρατηγικού σχεδιασμού
λ συναισθηματικού κόσμου
λ συναισθημάτων
λ σχεδίου & προσδιορισμένου στόχου
λ των πάντων προς χάριν του παιδιού της
λ φαντασίας
λ φινιρίσματος
λ χρημάτων





