Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στοιχειοθετώ
- απόδοση: συνθέτω λέξεις με χρήση τυπογραφικών στοιχείων για εκτύπωση κειμένου / συντελώ στην διαμόρφωση καταστάσεως ή άποψης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι συγκλίνουσες πληροφορίες στοιχειοθετούν αθωότητα
στοιχειοθετείται δικαίωμα συντάξεως εφ΄ όσον συντρέχουν ορισμένες απαραίτητες προϋποθέσεις
σύμφωνα με την προβλεπόμενη νομοθεσία στοιχειοθετείται αδίκημα





