Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στοχεύω
- απόδοση: σκοπεύω / επιδιώκω κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κυριαρχούμενος από ματαιοδοξία στοχεύει ψηλά
προφανώς στοχεύει ψυχρά αδιαφορώντας για τις όποιες συνέπειες
στοχεύει…
λ μαξιμαλιστικά πέραν του εφικτού
λ σε προσωπικά οφέλη
λ στο μέγιστο δυνατό κέρδος





