Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στρέφω
- απόδοση: μετακινώ αλλάζοντας κατεύθυνση / λαμβάνω ορισμένη κατεύθυνση / κατευθύνω κάτι ή κάποιον / περιστρέφομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η υπόθεση εστράφη εναντίον του ως μπούμερανγκ
ουκ ολίγοι στρέφονται κατά της κυβέρνησης
τελευταίως εστράφη υπέρ του





