Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκαλύπτω
- απόδοση: αποσιωπώ / αποκρύπτω σκοπίμως κάτι που δεν επιθυμώ να αποκαλυφθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
για λόγους γοήτρου συγκαλύπτει την αποτυχία του ως σύζυγος
λόγοι ψυχολογικοί την οδήγησαν να συγκαλύψει το πρόβλημα υγείας της κόρης





