Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σωρεύω
- απόδοση: συσσωρεύω / συγκεντρώνω ποικίλα αντικείμενα σε σχετικά περιορισμένο χώρο / προσθέτω νέα στοιχεία στα ήδη υπάρχοντα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα απορρίμματα της καταναλωτικής μανίας σωρεύονται σωρηδόν στους υπερχειλισμένους κάδους της δημαρχίας





