Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σχολιάζω
- απόδοση: αναλύω δια μέσου της προσωπικής απόψεως & γνώμης μία κατάσταση ή ένα γεγονός / συζητώ επικριτικά τις ενέργειες τρίτων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα παρευρισκόμενα άτομα σχολίασαν την ομιλία του ως εμπρηστική & εντόνου περιεχομένου





