Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συσπειρώνω
- απόδοση: συγκεντρώνω πολυπληθή ομάδα ατόμων με σκοπό την επίτευξη σκοπού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η επιβολή έκτακτου φόρου όπως ήταν φυσικό συσπείρωσε τους θιγόμενους
οι φοιτητές συσπειρώνονται προκειμένου να κατέβουν στο πεζοδρόμιο





