Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συρρικνώνω
- απόδοση: περιορίζω το εύρος πράγματος ή αφηρημένης έννοιας / περιορίζω ως προς τις διαστάσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καθώς γηράσκει συρρικνώνονται οι δυνάμεις του μαζί κι ο νους του
συρρικνώθηκε έως εξαφανίσεως η επί σειρά ετών ηγέτιδα εταιρεία της αγοράς στον τομέα των ελαφρών μετάλλων





