Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συρρέω
- απόδοση: προκειμένου για υγρά που συναντώνται στο ίδιο μέρος / για ανθρώπους παρακινούμενους από κάτι οι οποίοι συγκεντρώνονται στον ίδιο χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άπειροι συρρέουν στο Ηρώδειο προκειμένου να απολαύσουν το προσφερόμενο χορευτικό θέαμα





