Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συντηρώ
- απόδοση: προστατεύω από την φθορά ή την αλλοίωση κάτι / εξασφαλίζω σε άτομο ή ομάδα ατόμων τα απαραίτητα προκειμένου να ζήσει / εφαρμόζω μέτρα ή κινώ μηχανισμούς που διατηρούν κατάσταση ή νοοτροπία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προ ετών συντηρούσε άλογο για λόγους εκκεντρικότητος
συντηρεί…
λ εξοχική κατοικία στις Σπέτσες
λ εξωτικά πουλιά
λ κήπο με πλήθος καλλωπιστικών δένδρων & ελαχίστων οπωροφόρων
λ κότερο
λ οικιακή βοηθό
λ πολυτελές αυτοκίνητο
λ πολυτελή μονοκατοικία στα νότια προάστια
λ σκάφος ανοικτής θαλάσσης
λ σκύλο
λ υπηρετικό προσωπικό





