Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συντείνω
- απόδοση: συμβάλω στην επιτυχή επίτευξη σκοπού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνέτεινε κατά πολύ στην υπογραφή της συμφωνίας
συντείνει…
λ αρνητικά
λ επιβαρυντικά
λ στην καλή κατάσταση της υγείας
λ ψυχωφελώς





