Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνευρίσκομαι
- απόδοση: βρίσκομαι κάπου μαζί με άλλο πρόσωπο / έρχομαι σε σεξουαλική επαφή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνευρίσκονται…
λ ερωτικά σε απόμερο ξενοδοχείο κρυφίως & μακράν των οφθαλμών των οικείων
λ σε τακτά διαστήματα ανταλλάσσοντας ιδέες & απόψεις επί εθνικών θεμάτων





