Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνεπαίρνω
- απόδοση: προκαλώ κατάσταση συναισθηματικής έξαρσης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ακρόαση έργων του Ιγκόρ Στραβίνσκι τον συνεπαίρνει
συνεπήρε το κοινό με τη εξαίσια μουσική του





