Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνδράμω
- απόδοση: παρέχω την συνδρομή μου / βοηθώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πλην ελαχίστων ουδείς συνέδραμε το έργο του
συνδράμει δια των έργων & όχι δια των λόγων
τον συνέδραμε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε προσφάτως





