Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συναντώ
- απόδοση: ακολουθώντας πορεία βρίσκομαι τυχαία κοντά σε κάποιον που κινείται παράλληλα ή σε αντίθετη κατεύθυνση / έρχομαι σε επαφή με κάποιον σε προκαθορισμένο σημείο & χρόνο / συγκρούομαι με αντίπαλο / απαντώ σε συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο / έρχομαι αντιμέτωπος με κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ομολογουμένως συνάντησε απροθυμία εξυπηρέτησης εκ μέρους του παρά το γεγονός ότι ευεργετήθηκε πολλάκις στο παρελθόν
συνάντησε σθεναρή αντίσταση στους χειρισμούς του
συναντήθηκαν…
λ κατ΄ ιδίαν
λ με κάθε μυστικότητα
λ σε ουδέτερο έδαφος
√ σχόλιο: προκειμένου για χώρα που δεν συμμετέχει σε αντιδικία
λ τετ α τετ
√ σχόλιο: που στέκονται ο ένας απέναντι του άλλου αποτραβηγμένοι από άλλους





