Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμφωνώ
- απόδοση: έχω την αυτή γνώμη με κάποιον άλλο / προβαίνω σε συμφωνία / που βρίσκεται σε λογική ακολουθία ή όχι με κάτι άλλο / που σχηματίζει αρμονικό σύνολο με κάτι άλλο
- αντίθετο: διαφωνώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εν τέλει συμφώνησε υπό έναν απαράβατο όρο
κατ΄ αρχήν συμφώνησαν να εξετάσουν την δυνατότητα συνεργασίας σε θέματα οικονομικά
νομίζω πως δεν συμφωνεί η ζώνη με τα υποδήματα που επέλεξες
συμφώνησαν επί της αρχής > επί της ουσίας του νομοσχεδίου
συμφωνώ & επαυξάνω
√ απόδοση: δέχομαι κάτι περισσότερο από όσο προτάθηκε





