Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπίπτω
- απόδοση: που τυχαία ή προγραμματισμένα συμβαίνει συγχρόνως με κάτι άλλο / που ταυτίζεται με κάτι άλλο ακριβώς / συμφωνώ με κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι πληροφορίες που δεχόμεθα βροχηδόν συμπίπτουν
√ απόδοση: με μεγάλη συχνότητα
συμπίπτουν οι αντιλήψεις μας > οι απόψεις μας > οι πεποιθήσεις μας





