Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκρατώ
- απόδοση: ενεργώ προκειμένου να μην αφήσω κάτι να παρασυρθεί σε πτώση / διατηρώ κάτι υπό έλεγχο / αποφεύγω να εκδηλωθώ ή να εξωτερικευθώ / αναχαιτίζω αποκρούω επέμβαση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μόλις & μετά βίας συγκρατήθηκε
συγκρατήθηκε για λόγους ευπρέπειας προς τους παρευρισκόμενους
τον συγκράτησε…
λ από ακρότητες
λ δια της πειθούς
λ μετά δυσκολίας
λ μετά κόπου





