Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συλλαμβάνω
- απόδοση: περιορίζω λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα την προσωπική ελευθερία κάποιου / σχηματίζω νοητικά μία παράσταση / αντιλαμβάνομαι / καθίσταμαι έγκυος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προ μηνός συνελήφθη για μαστροπεία ανηλίκου
συνέλαβε εν Λονδίνω γεννήσασα εν Ρόδω το πρωτότοκο τέκνο
συνέλαβε εξαίρετη ιδέα επιλύσεως του προβλήματος
συνελήφθη αμαρτάνων





