Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμβάλλω
- απόδοση: συμμετέχω στην διαμόρφωση καταστάσεως ή σε κοινό σκοπό / προβαίνω σε συμφωνία την οποία επικυρώνω με συμβόλαιο / που διατρέχει επιφάνεια καταλήγοντας σε κάτι ομοειδές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως εργολήπτης έχει συμβληθεί με την ΔΕΗ δια συμβολαίου
συνέβαλε…
λ δια της προσφοράς του
λ με ικανό χρηματικό ποσό στην οικοδόμηση του ενοριακού ναού
λ τα μέγιστα





