Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμμερίζομαι
- απόδοση: κατανοώ τα κυρίαρχα συναισθήματα κάποιου / αντιλαμβάνομαι & συμφωνώ με τις ιδέες του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντιλαμβάνομαι & συμμερίζομαι τις απόψεις σου
δεν νομίζω ό,τι συμμερίζεσαι τον πόνο μου





