Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπαραστέκομαι
- απόδοση: βοηθώ κάποιον με υλική ή ηθική υποστήριξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπήρξε στενός φίλος του αποθανόντος ο οποίος & συμπαραστάθηκε γενναιόδωρα στην οικογένειά του





