Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπεριφέρομαι
- απόδοση: φέρομαι / έχω ορισμένη συμπεριφορά σε προκύπτοντα ερεθίσματα / φέρομαι / προκειμένου για αντίδραση υλικού σε εξωτερικές επιδράσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συμπεριφέρεται…
λ λες & κάθεται σε ηλεκτρική καρέκλα
λ με απλούς & ευγενικούς τρόπους
λ με απόλυτο σεβασμό
λ με δονκιχωτισμό
λ με νεποτισμό
λ με σνομπισμό
λ με το γνωστό ήθος του
λ υπεύθυνα & σοβαρά
λ υστερόβουλα
λ ως άπιστος Θωμάς
λ ως επαγγελματίας
λ ως ο υπέρτατος κριτής των πάντων
λ ως σπηλαιώδης τύπος
λ ως χαμαιλέοντας





