Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πρωτοστατώ
- απόδοση: ενεργώ πρώτος ή εκ των πρώτων σε ομαδική κίνηση παρακινώντας & άλλα πρόσωπα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πρωτοστάτησε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα
πρωτοστάτησε στους βανδαλισμούς





