Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προχωρώ
- απόδοση: προπορεύομαι / μετακινούμαι προς τα εμπρός / εισδύω / συνεχίζω αδιακόπως ενέργεια / ακολουθώ διαδικασία σταδιακής εξέλιξης / ενεργώ προκειμένου να οδηγήσω κάτι στην ολοκλήρωσή του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προχώρησε…
λ εις βάθος επί του δάσους
λ κατά μέτωπο
λ με διστακτικές κινήσεις
λ με το κεφάλι ψηλά
λ σε απ΄ ευθείας διαπραγματεύσεις > συνεννόηση
λ σε αποδοχή των προτάσεων > του αιτήματος
λ σε παρασπονδία
προχωρεί…
λ στη ζωή ακάθεκτα
λ στη ζωή με την όπισθεν





