Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προτιμώ
- απόδοση: εκδηλώνομαι υπέρ ατόμου πράγματος ή καταστάσεως θεωρώντας αυτό καλύτερο ή καταλληλότερο συγκρινόμενο με κάτι άλλο & διακρίνοντας περισσότερα προσόντα & ολιγότερα μειονεκτήματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προτίμησε…
λ βλακωδώς να επαναπαυθεί στις δάφνες του
λ να απέλθει
λ να απέχει επιδεικτικά
λ να απομακρυνθεί
λ να αποστασιοποιηθεί διακριτικά
λ να σιωπήσει
λ να τηρήσει σιγή ιχθύος
λ τη πεπατημένη οδό ως την ασφαλέστερη
προτιμά…
λ στις μετακινήσεις του αυτοκινητόδρομους ταχείας κυκλοφορίας
λ τα ανοικτά χρώματα
λ τον καφέ με ολίγη





