Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσποιούμαι
- απόδοση: παρουσιάζω πλαστή εικόνα για το άτομό μου ή της πραγματικότητας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδιώκοντας να απολαύσει υλικά προσποιήθηκε την ερωτευμένη
όταν ζητήθηκαν εξηγήσεις εκείνος προσποιήθηκε άγνοια
προκειμένου να αποφύγει την συνάντηση προσποιήθηκε πρόβλημα





