Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσθέτω
- απόδοση: αυξάνω το ήδη υπάρχον με κάτι επιπλέον / επεκτείνω / συμπληρώνω κάτι / αναφέρω συμπληρωματικά / εκτελώ την πράξη της πρόσθεσης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βλακωδώς φερόμενος προσθέτει προβλήματα στα ήδη υπάρχοντα
το άρωμα που επέλεξε προσθέτει γοητεία στο ήδη λαμπρό παρουσιαστικό του





