Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσδοκώ
- απόδοση: ελπίζω να συμβεί κάτι το ευχάριστο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσδοκώ ανάσταση νεκρών
√ σχόλιο: επαναφορά των νεκρών στην ζωή κατά την Δευτέρα Παρουσία
ως εργαζόμενος δεν προσδοκά παρά την διαρκή αύξηση των αποδοχών του





