Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προειδοποιώ
- απόδοση: ενημερώνω εκ των προτέρων για κάτι που θα επακολουθήσει ώστε ο λαμβάνων την προειδοποίηση να ενεργήσει αναλόγως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν έλαβε προειδοποιητικό σήμα & επακολούθησε σύγκρουση
ο αστυνομικός έκανε χρήση προειδοποιητικής βολής
προειδοποίησε με τρόπο απειλητικό άπαντες τους εμπλεκόμενους





