Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προδιαθέτω
- απόδοση: προετοιμάζω την ψυχική πνευματική ή σωματική κατάσταση ώστε να συμβεί κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η υποβόσκουσα ψυχολογική κατάσταση τον προδιαθέτει στον πεσιμισμό
το αυθόρμητο χαμόγελό της με προδιαθέτει ευνοϊκά





