Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προβληματίζομαι
- απόδοση: θέτω τη σκέψη μου προς επίλυση των ανησυχιών μου / με απασχολεί κάποιο θέμα εις βάθος / δημιουργούνται στην σκέψη μου ανησυχίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & ελαστικός στην κριτική μου δεν παύει να με προβληματίζει η αγωγή του
ορθώς προβληματίζεται με την αγορά του προτεινόμενου ακινήτου
όφειλαν να είχαν προβληματισθεί εδώ & καιρό





