Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ποθώ
- απόδοση: λαχταρώ / κατέχομαι από έντονη επιθυμία για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μετά δύο δεκαετίες απουσίας πόθησε την πατρίδα & την οικογένειά του
ό,τι ποθείς > ποθείτε
στα εμπορικά του κέντρου της Αθήνας μπορείς να βρεις ό,τι ποθεί η ψυχή σου





