Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραθερίζω
- απόδοση: περνώ το καλοκαίρι ή μέρος αυτού ευρισκόμενος σε διακοπές σε χώρο πέραν της μόνιμης κατοικίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απολαμβάνει τη θάλασσα παραθερίζοντας σε παράλιο τόπο του Κορινθιακού





