Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παίζω
- απόδοση: απασχολούμαι με κάτι από ευχαρίστηση / υποδύομαι / εκτελώ μουσική σύνθεση / χειρίζομαι όργανο / ταλαντεύομαι / αστειεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παίζεται η τελευταία πράξη του δράματος
τα παίζει όλα για όλα
παίζει…
λ με τη φωτιά
λ το κεφάλι του
λ το παιχνίδι του
λ το ρόλο του





