Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παίρνω
- απόδοση: πιάνω με τα χέρια μου για να κρατήσω να μεταφέρω να χρησιμοποιήσω / αγοράζω ή προμηθεύομαι / παραλαμβάνω / εισπράττω / οικειοποιούμαι / προσλαμβάνω / πανδρεύομαι / τραυματίζω / απαλλοτριώνω / κυριεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παίρνει το πρωινό στο κρεβάτι
πάρε παράδειγμα
√ σχόλιο: προς μίμηση ή αποφυγή
πέρασε η ώρα & δεν πήρε πρόγευμα
τα παίρνει
√ σχόλιο: δωροδοκείται
τα πήρε στο κρανίο
√ σχόλιο: του προκάλεσε εκνευρισμό
το μυαλό του παίρνει στροφές
√ σχόλιο: είναι έξυπνος & κατανοεί με ευκολία
τον πήρε το παράπονο
√ σχόλιο: φορτίσθηκε συναισθηματικά
πήρε…
λ την εκδίκησή της & τον εγκατέλειψε
√ σχόλιο: ανταπέδωσε κακή συμπεριφορά δια της απορρίψεως ή δια του αυτού νομίσματος
λ την κάτω > πάνω βόλτα
√ σχόλιο: βρίσκεται σε καλή ή κακή τροπή των πραγμάτων
λ τις αποφάσεις του
√ σχόλιο: φέρεται αποφασισμένος & αμετάβλητος στον τρόπο που σκέπτεται
λ το βάπτισμα του πυρός
√ σχόλιο: δοκίμασε κάτι για πρώτη φορά
λ των ομματιών του
√ σχόλιο: αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση κυριευμένος από απελπισία
λ χαρτί & μολύβι
√ σχόλιο: άρχισε τους υπολογισμούς





