Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραβιάζω
- απόδοση: ενεργώ με χρήση βίας / παραβαίνω όρο / αθετώ υπόσχεση ή συμφωνία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παραβίασε...
λ εναέριο χώρο εις βάθος αρκετών μιλίων
λ ερυθρό σηματοδότη σε κατάσταση μέθης
λ ιδιωτικό χώρο προκειμένου να αποσπάσει καρπούς οπωροφόρων δένδρων
λ κάθε όριο υπομονής > ανοχής
λ τα σύνορα εν αγνοία του
λ τα χωρικά ύδατα της γείτονος
√ απόδοση: αιγιαλίτιδα ζώνη
λ το νόμο περί ασέμνων





