Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παράγω
- απόδοση: αποτελώ αιτία ύπαρξης / δημιουργώ αγαθό ή πνευματικό προϊόν / κατασκευάζω / καταλήγω σε συμπέρασμα / εκκρίνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η δόνηση των χορδών παράγει ελεγχόμενο ήχο
η Ελλάδα παράγει ελαιόλαδο αρίστης ποιότητος
η Περσία παράγει χαλιά υψηλής ποιότητας & αισθητικής
ικανός στο να παράγει νεολογισμούς με ειρωνική διάθεση
κατέληξε στα ναρκωτικά διότι παράγουν αισθήματα ευφορίας
το έδεσμα παράχθηκε με αγνά υλικά
παράγεται...
λ κατά παραγγελία & με σειρά προτεραιότητος με παράδοση εντός εξαμήνου
λ κατά τον αυτό τρόπο από το 1841
λ με παραδοσιακό τρόπο
λ σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων κατ΄ έτος
λ στην ΕΕ
λ στην Ελλάδα αποκλειστικά
λ στο εξωτερικό
λ υπό ειδικές συνθήκες
λ χειροποίητα





