Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραδίδω
- απόδοση: μεταβιβάζω / παραχωρώ / παραπέμπω / προσάγω / εμπιστεύομαι / καταδίδω / διδάσκω / υποτάσσομαι / αφήνομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέληξε να παραδοθεί στις φλόγες
√ σχόλιο: κάηκε / πυρπολήθηκε
παραδόθηκε στην περιφρόνηση
παραδόθηκε στο πυρ
√ σχόλιο: καίγεται ή επέτρεψαν να καεί
τελικά επείσθη & παρέδωσε τα όπλα
υπέκυψε & παρέδωσε το πνεύμα
√ σχόλιο: πέθανε





