Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραιτούμαι
- απόδοση: υποβάλλω παραίτηση / αποχωρώ από κατέχουσα θέση ή αξίωμα / εγκαταλείπω δικαιώματα ή απαιτήσεις / εγκαταλείπω δραστηριότητα ή προσπάθεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κύριοι αρνούμαι να πειθαρχήσω σε παράλογες εντολές & παραιτούμαι της θέσεώς μου
παραιτήθηκε...
λ από κάθε χρηματική απαίτηση
λ από το βουλευτικό αξίωμα για λόγους προσωπικούς
λ αφήνοντας πίσω του συντρίμμια & θρύψαλα
λ για λόγους προσωπικούς > υγείας
λ των δικαιωμάτων του από την κληρονομιά
λ των προσπαθειών του





