Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρακολουθώ
- απόδοση: παρατηρώ κρυφά τις ενέργειες κάποιου / παρατηρώ δια του βλέμματος ή άλλων αισθήσεων ενέργειες ή δραστηριότητες / παρατηρώ οργανωμένο θέαμα ή πνευματικές δραστηριότητες & συμμετέχω / ακολουθώ κάτι που εξελίσσεται
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσφάτως παρακολουθεί τη Σχολή Καλών Τεχνών ως ακροατής
παρακολουθεί...
λ ανελλιπώς τις πολιτικές εξελίξεις
λ τα γεγονότα με περισυλλογή
παρακολούθησε...
λ δις το μοναδικό χορευτικό θέαμα που παρουσιάσθηκε στο Ηρώδειο
λ εξ ολοκλήρου την ακροαματική διαδικασία
λ μαθήματα ζωγραφικής κατά απαράβατη πατρική εντολή
λ την όλη κατάσταση ιδίοις όμμασι





