Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περαιώνω
- απόδοση: τελειώνω / φέρνω εις πέρας κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
νομίζω ότι έχει την ικανότητα να περαιώσει την υπόθεση
περαίωσε την υπόθεση παρά τις δυσκολίες με αριστοτεχνικό τρόπο





